Από την αρχαιότητα μέχρι την τρίτη δεκαετία του 20ου αιώνα η μουσική ήταν ταυτισμένη με τη ζωντανή παρουσίαση. Έναν συνδυασμό, δηλαδή, επικοινωνίας και ψυχαγωγίας η οποία όμως περιείχε μία μαγική αίσθηση στιγμιαίου. Αυτή την αίσθηση που διαμόρφωνε την άμεση σχέση μουσικού δημιουργού – εκτελεστή με το κοινό η οποία όμως, περιοριζόταν τόσο στον τόπο, όσο και στο χρόνο. Μουσική, μουσικός και ακροατής ήταν ένα άρρηκτα δεμένο σύνολο, που μετέφερε συναισθήματα και απόλαυση που καταστρέφεται αυτόματα μετά την απομάκρυνση οποιουδήποτε από τα τρία στοιχεία.
Η εφεύρεση του φωνόγραφου και κυρίως του δίσκου βινιλίου ουσιαστικά έδωσε την δυνατότητα να αντικατασταθεί ο μουσικός, στο τρίπτυχο μουσική-μουσικός-ακροατής με το μέσο αναπαραγωγής. Με αυτό τον τρόπο αίρεται ο περιορισμός τόπου και χρόνου για την δημιουργία αυτής της μαγικής απόλαυσης της μουσικής. Ο ακροατής είχε τη δυνατότητα να ακούσει μουσική σε όποιον τόπο και οποιαδήποτε στιγμή. Η μεταφορά του μουσικού έργου στο χρόνο, που μέχρι τότε τα μόνα μέσα που υπήρχαν ήταν η παρτιτούρα και η παράδοση, αλλάζει. Μεταφέρονται και τα συναισθήματα. Τρομακτική αλλαγή, που την αντιμετωπίζουν με ενθουσιασμό τόσο οι μουσικοί όσο και οι ακροατές.
Στο πλαίσιο αυτό οι μουσικοί συνεργάζονται με ανθρώπους που αγαπούν τη μουσική, έχουν την τεχνογνωσία και διαθέτουν τα κεφάλαια, για επενδύσεις στον τομέα των ηχογραφήσεων. Δημιουργείται μια παγκόσμια βιομηχανία με τεράστιο κύκλο εργασιών, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα μεγάλες μορφές παραγωγών όπως ο George Martin της ΕΜΙ.
Οι δισκογραφικές γίνονται ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, αφού μέσω αυτών οι μουσικοί μπορούν να διαδώσουν το έργο τους στο ευρύ κοινό. Τα αρνητικά της σταδιακής μετατροπής της μουσικής και σε προϊόν διανομής (κάτι σαν τα γαριδάκια), φαίνεται να μην τα αντιμετωπίζει κανείς σοβαρά, αφού τα θετικά είναι πολύ μεγαλύτερα από τα αρνητικά για όλους.
Για την ανάδειξη των αρνητικών, η πρώτη ημερομηνία σταθμός είναι το 1982 με την εμφάνιση του CD. Η μουσική βιομηχανία έχει πλέον στα χέρια της μία τεχνολογία που της δίνει τη δυνατότητα με πολύ φτηνό τρόπο να διανέμει το «μουσικό προϊόν». Εκεί κάνει ένα ολέθριο γι’ αυτήν λάθος. Παρασυρμένη από τη δυνατότητα μεγαλύτερων κερδών υπερτονίζει την έννοια του μουσικού προϊόντος, τοποθετεί υπεύθυνους που έχουν μεγαλύτερη σχέση με το marketing και λιγότερη με την μουσική και ταυτόχρονα αγνοεί την εξέλιξη της τεχνολογίας. Θεωρεί ότι για όποια τεχνολογική εξέλιξη θα έχει την δυνατότητα ελέγχου.
Έτσι το 1988 εμφανίζεται το CD-R και το 1994 το mp3. Το πρώτο δίνει τη δυνατότητα στους χρήστες να δημιουργούν αντίγραφα της μουσικής, όπως έκαναν και με τις κασέτες αλλά με ίδια ποιότητα με το πρωτότυπο. Το δεύτερο ταυτόχρονα με τις άλλες τεχνολογικές εξελίξεις δίνει τη δυνατότητα και στους μουσικούς να ηχογραφούν και να διανέμουν τη μουσική τους έξω από τα δίκτυα των δισκογραφικών.
Η μουσική βιομηχανία, βλέποντας τόσο τις πωλήσεις της να μειώνονται όσο και την εμφάνιση μουσικών που την αγνοούν, αντιδρά πανικόβλητη, όμως μόνο με όρους marketing, με το σύνθημα «η πειρατεία σκοτώνει τη μουσική». Σύνθημα που προβάλει αλαζονικά ότι η βιομηχανία παραγωγής – διανομής είναι η μουσική. Στο επίσημο site της IFPI ορίζεται η πειρατεία ως η διανομή με σκοπό το κέρδος χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων και ταυτόχρονα κατηγορούνται συλλήβδην οι πάντες που δεν πληρώνουν δικαιώματα σε αυτούς που επένδυσαν στην δημιουργία των τραγουδιών.
Ανακύπτουν πολλά ερωτήματα. Αγοράζω από ένα δισκοπωλείο ένα CD ενός συγκροτήματος. Αντιγράφω τραγούδια στο mp3 player της 12χρονης κόρης μου. Η κόρη μου τα στέλνει μέσω του Internet στην επίσης δωδεκάχρονη φίλη της. Το ζήτημα είναι ακόμα πιο πολύπλοκο αν υποθέσουμε ότι η κόρη μου είχε τραγούδια του συγκροτήματος σε μορφή mp3 από το internet και με βάζει έπειτα να αγοράσω το καινούργιο CD τους για να το έχει στην συλλογή της. Η κόρη μου είναι παράνομη; Σκότωσε κάποιος τη μουσική;
Σύμφωνα με τον καθηγητή John M. Richardson Jr. σε ότι αφορά το μέλλον, «υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων, εκείνοι που το κάνουν να συμβεί (το δημιουργούν), εκείνοι που το αφήνουν να συμβεί και εκείνοι που αναρωτιούνται τι συνέβη». Η μουσική βιομηχανία σίγουρα ανήκει στην τελευταία κατηγορία. Απορημένη και πανικοβλημένη προσπαθεί, αντί να ορίσει ξανά το ρόλο της στον 21ο αιώνα, να επανακτήσει την κυριαρχία που είχε στον 20ο. Αντιλαμβάνεται ως γενική κρίση τη μείωση των υπερβολικών κερδών της, αγνοώντας τα λάθη της και την αλλαγή των συνθηκών. Ένα είναι σίγουρο. Ότι τη μουσική δεν μπορεί να την σκοτώσει κανείς. Είναι ένα από τα πρώτα και κορυφαία δημιουργήματα της ανθρώπινης ευαισθησίας και παράγεται από καλλιτέχνες – μουσικούς και όχι από τεχνοκράτες – εμπόρους.
Φεβρουάριος 2009
